Αρχές Προγραμματισμού Βασικές έννοιες προγραμματισμού

Συναρτήσεις

Η έννοια της συνάρτησης στον προγραμματισμό δεν διαφέρει και πολύ με τις συναρτήσεις που γνωρίζετε από τα μαθηματικά. Κάθε συνάρτηση ορίζει έναν μαθηματικό αλγόριθμο συμπεριλαμβάνοντας συγκεκριμένες αλγεβρικές πράξεις. Στον προγραμματισμό εκτός από μαθηματικές πράξεις έχουμε τη δυνατότητα να εκτελέσουμε και εντολές.

Έστω ότι έχουμε τη συνάρτηση f(x) = 2x. Η συνάρτηση f παίρνει το χ και το διπλασιάζει. Το χ αποτελεί η μεταβλητή ή αλλιώς το όρισμα της f. Όπως γνωρίζετε μια συνάρτηση μπορεί να έχει ένα ή παραπάνω ορίσματα. Ένα παράδειγμα μιας τέτοιας συνάρτησης είναι η f(x,y) = 2x +y.

Στον προγραμματισμό αντίστοιχα, κάθε συνάρτηση έχει ένα όνομα και μέσα στις παρενθέσεις συμπεριλαμβάνονται τα ορίσματά της. Πχ.:

function(x, y) {
 apotelesma = 2*x + y;
 print("Το αποτέλεσμα είναι ", apotelesma);
}

'Εστω λοιπόν ότι έχουμε την παραπάνω συνάρτηση και την καλούμε με τα ορίσματα function(1,3). Η συνάρτηση θα υπολογίσει την μεταβλητή "apotelesma" η οποία ισούται με το άθροισμα του διπλασίου του x και του y, συγκεκριμένα:
apotelesma = 2*1 + 3 = 5.

Στο επόμενο βήμα εκτυπώνεται η φράση "Το αποτέλεσμα είναι 5". Αυτό γίνεται με την συνάρτηση print η οποία έχει και αυτή ορίσματα. Το πρώτο όρισμα της είναι η φράση "Το αποτέλεσμα είναι " και το δεύτερο η μεταβλητή apotelesma.

Οι συναρτήσεις στον προγραμματισμό χρησιμοποιούνται για δύο κυρίως λόγους. Πρώτα όταν θέλουμε να εκτελέσουμε ένα πλήθος εντολών που επαναλαμβάνεται. Αντί να γράφουμε όλες τις εντολές ξανά και ξανά, ορίζουμε μια συνάρτηση που συμπεριλαμβάνει τις εντολές αυτές και έπειτα καλούμε αυτήν τη συνάρτηση όποτε επιθυμούμε. Ακολουθώντας αυτή τη διαδικασία δημιουργούμε μικρότερα σε μέγεθος προγράμματα και πιο κατανοητά. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι έτσι οργανώνουμε και δομούμε καλύτερα τα προγράμματά μας.